ˈel.kos
Ετυμολογίαέλκος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἕλκος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁elḱ-os (ἕλκος) ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική ulcère)
- η πληγή στα τοιχώματα του στομάχου ή του δωδεκαδακτύλου
“※ Η ηλεκτροδιέγερση χρησιμοποιείται για μία ποικιλία κλινικών εφαρμογών, όπως η επούλωση χρόνιων ελκών και καταγμάτων καθώς και η διαχείριση του πόνου.” — Κωνσταντίνου Ευαγγελία, Μελέτη της επίδρασης μικρορευμάτων σε κυτταρικούς πληθυσμούς: μελέτη κυτταρικής μετανάστευσης και μοριακών μηχανισμών, διδακτορική διατριβή, Πανεπιστήμιο Πατρών, Σχολή Επιστημώ
Τύποιέλκος(singular, nominative) · έλκη(nominative, plural) · έλκους(genitive, singular) · ελκών(genitive, plural) · έλκος(accusative, singular) · έλκη(accusative, plural) · έλκος(singular, vocative) · έλκη(vocative, plural) · έλκος(neuter)