Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΕΛΚΥΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
έλκυε
verb
έλκυε
—
Παρατατικός του «έλκω»: τραβούσε/έσερνε κάτι προς το μέρος του.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1343 · 21 Φεβρουαρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις