WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έλκυε

5 letters·Ελληνικά
verb

έλκυε—Παρατατικός του «έλκω»: τραβούσε/έσερνε κάτι προς το μέρος του.

Daily Puzzle #1343 · 21 Φεβρουαρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα