WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έλυαν

verb

έλυανΠαρατατικός του «λύνω»: αυτοί/αυτές/αυτά έλυναν κάτι (π.χ. πρόβλημα, κόμπο).

Daily Puzzle #651 · 1 Απριλίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα