WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ένθεα

adjective

ένθεαΠληθυντικός του «ένθεος»: εμπνευσμένα ή γεμάτα ενθουσιασμό/έμπνευση.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1281 · 21 Δεκεμβρίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα