Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΕΝΘΕΟ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ένθεο
adjective
ένθεο
—
Που είναι γεμάτος ενθουσιασμό ή έμπνευση.
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του ένθεος
accusative, neuter, nominative, singular, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ένθεος
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1452 · 10 Ιουνίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις