ˈe.no.si
Ετυμολογίαένωση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἕνωσις < ἑνόω / ἑνῶ < εἷς < πρωτοελληνική *hens < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sḗm / *smih₂ < *séms < *sem- (ένας, μαζί)
: σημασία: σύμπραξη < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική union
: χημεία < σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Verbindung)
- η σύνδεση διαφόρων προσώπων ή πραγμάτων σε μία ενότητα ή σύνολο
- η σύμπραξη διαφόρων προσώπων ή πολυπρόσωπων συνόλων και η υπαγωγή τους σε μια ενιαία διοίκηση
“Ευρωπαϊκή Ένωση”
“Σοβιετική Ένωση / Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών”
“Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών”
- η χημική ένωση
- δυαδικός τελεστής που δέχεται ως τελεστέους δύο σύνολα και παράγει ως αποτέλεσμα ένα νέο σύνολο με τα στοιχεία και των δύο συνόλων
“η ένωση των συνόλων { 1, 2, 3, 4 }, { 2, 3, 10, 21 } είναι { 1, 2, 3, 4, 10, 21 }”
“σύμβολο: ⋃”
“ένωση συνόλων στη Βικιπαίδεια”
- , (στη σχεσιακή άλγεβρα) ειδική περίπτωση της θεωρίας συνόλων (βλ. ορισμό παραπάνω), όπου τα σύνολα είναι οι σχέσεις, οι οποίες περιέχουν ως στοιχεία πλειάδες
Τύποιένωση(singular, nominative) · ενώσεις(nominative, plural) · ένωσης(genitive, singular) · ενώσεων(genitive, plural) · ένωση(accusative, singular) · ενώσεις(accusative, plural) · ένωση(singular, vocative) · ενώσεις(vocative, plural) · ένωση(feminine)