WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έπινε

verb

έπινεΠαρατατικός του «πίνω»: έπινε (αυτός/αυτή) = έπινε ποτό ή άλλο υγρό.

Daily Puzzle #352 · 6 Ιουνίου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα