WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έργων

noun

έργωνΓενική πληθυντικού του «έργο»: των έργων, δηλ. των εργασιών/πράξεων ή δημιουργημάτων.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #407 · 31 Ιουλίου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα