WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έργων

ουσιαστικό

έργωνΓενική πληθυντικού του «έργο»: των έργων, δηλ. των εργασιών/πράξεων ή δημιουργημάτων.

Wiktionary →
Octordle Board 7 #3 · 13 Απριλίου 2026
Daily Puzzle #407 · 31 Ιουλίου 2022
·Archive
No comments yet