Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΕΡΙΖΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
έριζε
verb
έριζε
—
Παρατατικός του «ερίζω»: μάλωνε ή φιλονικούσε με κάποιον.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#393 · 17 Ιουλίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις