Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΕΣΑΖΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
έσαζε
verb
έσαζε
—
Ήταν (αυτός/αυτή/αυτό) που ταίριαζε ή ήταν σωστό/κατάλληλο.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#937 · 12 Ιανουαρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις