WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έσοδά

noun

έσοδάΤα χρήματα που εισπράττει κάποιος ή μια επιχείρηση (έσοδα).

Daily Puzzle #1137 · 30 Ιουλίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα