WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έσοδό

noun

έσοδόΤα χρήματα ή τα ποσά που εισπράττει κάποιος/μια επιχείρηση (έσοδα).

Daily Puzzle #1299 · 8 Ιανουαρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα