WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έσωνε

ρήμα

έσωνεΠαρατατικός του «σώνω»: τελείωνε/έφτανε στο τέλος ή προλάβαινε (π.χ. «έσωνε η ώρα»).

Daily Puzzle #1166 · 28 Αυγούστου 2024
·Archive
No comments yet