WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έσωσα

ρήμα

έσωσαΑόριστος του «σώζω»: έσωσα = έκανα κάτι/κάποιον να σωθεί, τον έβγαλα από κίνδυνο ή τον διατήρησα.

Wiktionary →
Duotrigordle Board 15 #19 · 29 Απριλίου 2026
Duotrigordle Board 23 #7 · 17 Απριλίου 2026
Duotrigordle Board 21 #3 · 13 Απριλίου 2026
Daily Puzzle #883 · 19 Νοεμβρίου 2023
·Archive
No comments yet