WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έταζε

verb

έταζεΠαρατατικός του «ετάζω»: εξέταζε ή ρωτούσε/διερευνούσε κάτι.

Daily Puzzle #1597 · 2 Νοεμβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα