WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έφερε

ρήμα

έφερε«Έφερε» = έφερε/μετέφερε κάτι ή κάποιον· επίσης: προκάλεσε/έφερε ως αποτέλεσμα κάτι.

Daily Puzzle #1594 · 30 Οκτωβρίου 2025
·Archive
No comments yet