WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έφερε

verb

έφερε«Έφερε» = έφερε/μετέφερε κάτι ή κάποιον· επίσης: προκάλεσε/έφερε ως αποτέλεσμα κάτι.

Duotrigordle Πλέγμα 20 #80 · 29 Ιουνίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 1 #70 · 19 Ιουνίου 2026
Daily Puzzle #1594 · 30 Οκτωβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα