WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έφοδο

noun

έφοδοΑιφνιδιαστική επίθεση ή δυναμική εισβολή/έφοδος σε χώρο.

Sedecordle Πλέγμα 16 #68 · 17 Ιουνίου 2026
Duotrigordle Πλέγμα 3 #45 · 25 Μαΐου 2026
Daily Puzzle #1547 · 13 Σεπτεμβρίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα