WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έφυες

verb

έφυεςΒ΄ ενικό αορίστου του «φύω»: φύτρωσες/βλάστησες ή (μεταφ.) αναπτύχθηκες, ξεπήδησες.

Daily Puzzle #117 · 14 Οκτωβρίου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα