Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΕΨΑΞΕ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
έψαξε
verb
έψαξε
—
Παρελθοντικός τύπος του «ψάχνω»: αναζήτησε κάτι ή κάποιον.
Βικιλεξικό →
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#108 · 5 Οκτωβρίου 2021
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις