WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

έψυχα

verb

έψυχα«έψυχα» = (εγώ) έψυξα: κρύωσα κάτι, το έκανα πιο δροσερό/κρύο.

Daily Puzzle #635 · 16 Μαρτίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα