Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΕΩΛΟΥ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
έωλου
έωλου
—
γενική ενικού, αρσενικού γένους του έωλος
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
genitive, masculine, singular
γενική ενικού, αρσενικού γένους του έωλος
genitive, neuter, singular
γενική ενικού, ουδέτερου γένους του έωλος
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#590 · 30 Ιανουαρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις