Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΗΓΑΓΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ήγαγα
verb
ήγαγα
—
Παρατατικός/αόριστος του «άγω»: έφερα ή οδήγησα κάποιον/κάτι κάπου.
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1472 · 30 Ιουνίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις