Wordle
.
Global
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ήμερα
επίθετο
ήμερα
—
Ήμερα: ήσυχα, ήπια και χωρίς αγριότητα (για ζώο ή άνθρωπο).
Wiktionary →
Dictionary
ˈi.me.ɾa
Origin
ήμερα < ήμερ(ος) + -α
adv
με ήμερο τρόπο, με πραότητα και ηπιότητα
adj
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ήμερο) του ήμερος
“παλιότερη γραφή: ἥμερα”
Wiktionary — CC BY-SA 4.0
Appeared In
Daily Puzzle
#624 · 5 Μαρτίου 2023
Share
·
Archive
Discussion
No comments yet
Sign in to comment