ˈi.pi.os
Ετυμολογίαήπιος < αρχαία ελληνική ἤπιος
- που δεν χαρακτηρίζεται από ή δεν προκαλεί πολύ έντονες ή ακραίες αντιδράσεις
“ήπιος άνθρωπος”
“ήπια μέτρα (όχι σκληρά)”
“※ Είναι ένας λόφος χιονισμένος, με ένα άνοιγμα στο πλάϊ του. Μια μεγάλη ράμπα, με ήπια κατηφορική κλίση, οδηγεί στο εσωτερικό του. Η ράμπα είναι καθαρή και άνετη, ώστε και οι πιο ηλικιωμένοι να μπορού”
- που δεν έχει ένα (αρνητικό) χαρακτηριστικό σε υψηλό βαθμό
“ήπιος χειμώνας (που δεν χαρακτηρίζεται από πολύ κρύο και δεν έχει ακραία καιρικά φαινόμενα)”
Τύποιήπιος(masculine, singular, nominative) · ήπια(singular, feminine, nominative) · ήπιο(singular, nominative, neuter) · ήπιου(masculine, genitive, singular) · ήπιας(genitive, singular, feminine) · ήπιου(genitive, singular, neuter) · ήπιο(accusative, masculine, singular) · ήπια(accusative, singular, feminine) · ήπιο(accusative, singular, neuter) · ήπιε(masculine, singular, vocative) · ήπια(singular, feminine, vocative) · ήπιο(singular, vocative, neuter) · ήπιοι(masculine, nominative, plural) · ήπιες(feminine, nominative, plural) · ήπια(nominative, neuter, plural) · ήπιων(masculine, genitive, plural) · ήπιων(genitive, feminine, plural) · ήπιων(genitive, neuter, plural) · ήπιους(accusative, masculine, plural) · ήπιες(accusative, feminine, plural)