WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ήρθες

verb

ήρθεςΒ΄ ενικό αορίστου του «έρχομαι»: ήρθες = ήλθες, δηλ. «ήρθες εδώ/έφτασες».

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1466 · 24 Ιουνίου 2025
Κανένα σχόλιο ακόμα