A word examined

ίνδιο

adjective
5 letters·Ελληνικά
adjective

ίνδιο—Επίθετο/ουσιαστικό για κάτι που σχετίζεται με την Ινδία ή για κάτοικο/Ινδό.

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα