Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΙΣΤΟΝ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ίστον
noun
ίστον
—
Αιτιατική ενικού του «ιστός»: ο ιστός της αράχνης (web).
Λεξικό
Ετυμολογία
Ίστον < → λείπει η ετυμολογία
name
επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Τύποι
Ίστον
(masculine, feminine)
·
Iston
(transliteration, Latin)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1593 · 29 Οκτωβρίου 2025
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις