ˈi.xnos
Ετυμολογίαίχνος < αρχαία ελληνική ἴχνος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ei (πηγαίνω)
- το αποτύπωμα που αφήνει στο έδαφος οτιδήποτε κινείται (άνθρωπος, ζώο, όχημα)
- figurativelyοτιδήποτε απομένει από το πέρασμα ενός ανθρώπου ή μιας κατάστασης
“από τότε που ο θείος μετανάστευσε στην Αμερική έχουμε χάσει τα ίχνη του”
“αυτό το τραγικό γεγονός άφησε ανεξίτηλα ίχνη πάνω του”
- πολύ μικρή ποσότητα
“βρέθηκαν ίχνη βαρέων μετάλλων στο νερό”
“δεν έδειξε ούτε ίχνος μεταμέλειας”
- Ορθή προβολή ή ίχνος ενός σημείου Α πάνω σε μιαν ευθεία ε ονομάζεται το σημείο τομής Α' της ευθείας ε με την κάθετη προς αυτήν που διέρχεται από το Α.
Τύποιίχνος(singular, nominative) · ίχνη(nominative, plural) · ίχνους(genitive, singular) · ιχνών(genitive, plural) · ίχνος(accusative, singular) · ίχνη(accusative, plural) · ίχνος(singular, vocative) · ίχνη(vocative, plural) · ίχνος(neuter)