WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

αέναα

adjective

αένααΠου διαρκεί για πάντα, χωρίς τέλος· αιώνιος.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #110 · 7 Οκτωβρίου 2021
Κανένα σχόλιο ακόμα