aˈe.ɾas
Ετυμολογίααέρας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀέρας < αρχαία ελληνική ἀήρ, σπό την αιτιατική ενικού τόν ἀέρα
:* για την εκκλησιαστική σημασία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀήρ
:* για τη σημασία «άνεση στη συμπεριφορά» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική air
- ο αέρας που παρέχεται σε μια συσκευή
“ανοίγω / κλείνω τον αέρα”
- το κενό
- generalτο κλίμα
“Τι αέρα έχετε εκεί κάτω; Να πάρουμε χειμωνιάτικα ρούχα;”
- figurativelyη άνεση, η χάρη στη συμπεριφορά και τις κινήσεις, η αυτοπεποίθηση λόγω εμπειρίας, επιδεξιότητας ή αλαζονείας
“Τώρα πια πήρε τον αέρα της δουλειάς.”
“Από τότε που γύρισε από το Παρίσι, έχει άλλον αέρα.”
- figurativelyτο αντίθετο της ενοχλητικής ή δυσλειτουργικής πυκνότητας
“Θέλει λίγο αέρα, είναι πολύ πηγμένη η σελίδα του περιοδικού όπως τη στήσαμε.”
- figurativelyμια γενικότερη αίσθηση, ψυχολογικό κλίμα
“αέρας αισιοδοξίας / αλλαγής / ανανέωσης”
“αέρας μυστηρίου”
“Κάτι πλανάται στον αέρα.”
- το κάλυμμα του Αγίου Δισκοπότηρου και του Αγίου Δίσκου στη λειτουργία
“άλλες μορφές: αήρ”
“Ο αέρας καλύπτει και συμβολίζει τη νεκρική σινδόνη του Ιησού.”
- ελληνική ιαχή μάχης στο στρατό
- το δικαίωμα οικοδόμησης σε κενή ταράτσα κτιρίου
“Στην κόρη του άφησε κληρονομιά μόνο τον αέρα του τριώροφου.”
- η υπεραξία που έχει αποκτήσει μια επιχείρηση, λόγω καλής φήμης, πελατείας ή θέσης και, (κατ’ επέκταση), το χρηματικό ποσό που αναλογεί σ' αυτήν
“Μας ζητάει αέρα 10.000 ευρώ.”
- στην έκφραση στον αέρα· σε ζωντανή μετάδοση, όχι μαγνητοσκοπημένα
“Ησυχία στο στούντιο! Τελειώνουν οι διαφημίσεις και σε 3 δεύτερα θα είμαστε στον αέρα.”
“Η συνέντευξή του βγήκε στον αέρα χτες στις 2.30 μ.μ.”
- στοιχείο της φύσης και του πνεύματος που για τους προσωκρατικούς φιλοσόφους είχε ιδιαίτερη σημασία στην κοσμογονία
“Σ αέρας, το νερό, η γη και η φωτιά, με τη φιλότητα και την έχθρα (έλξη και διάσπαση) δίνουν σε όλα ζωή (Εμπεδοκλής)”
Τύποιαέρας(singular, nominative) · αέρες(nominative, plural) · αέρηδες(nominative, plural) · αέρα(genitive, singular) · αέρων(genitive, plural) · αέρηδων(genitive, plural) · αέρα(accusative, singular) · αέρες(accusative, plural) · αέρηδες(accusative, plural) · αέρα(singular, vocative) · αέρες(vocative, plural) · αέρηδες(vocative, plural) · αέρας(masculine) · αγέρας(masculine)