aˈɣa.θi
ΕτυμολογίαΑγάθη < ελληνιστική κοινή Ἀγάθη < αρχαία ελληνική ἀγαθός
- γυναικείο όνομα
- αρχαία ελληνική πόλη της Γαλατίας, το σημερινό Άγντ, ή εξελληνισμένα Άγδη
- αγία του Χριστιανισμού
- οικισμός της Πέλλας
- ανεξάρτητη αρχιεπισκοπή του Πατριαρχείου Αντιοχείας
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Αγάθης
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Αγάθης
ΤύποιΑγάθη(feminine) · Αγάθη(invariable, feminine) · Агати(transliteration, Cyrillic) · Агафи(transliteration, Cyrillic) · Agathi(transliteration, Latin) · Αγάθη(masculine)
Πηγή: Βικιλεξικό