aˈʝe.li
Ετυμολογίααγέλη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγέλη < ἄγω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ag-
: για τη μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική troupeau
- πλήθος ζώων που ζουν μαζί
“οι λύκοι κυνηγούν κατά αγέλες ώστε να είναι πιο αποτελεσματικοί”
Τύποιαγέλη(singular, nominative) · αγέλες(nominative, plural) · αγέλης(genitive, singular) · αγελών(genitive, plural) · αγέλη(accusative, singular) · αγέλες(accusative, plural) · αγέλη(singular, vocative) · αγέλες(vocative, plural) · αγέλη(feminine) · Αγέλη(feminine)