Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΓΑΝΑ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
αγανά
αγανά
—
αραιά (ως προς την ύφανση)
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
αγανά < αγανός
adv
αραιά (ως προς την ύφανση)
απαλά
adj
accusative, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αγανό
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#865 · 1 Νοεμβρίου 2023
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις