WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

αγροί

noun

αγροίΠληθυντικός του «αγρός»: χωράφια, καλλιεργήσιμες εκτάσεις γης.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #1032 · 16 Απριλίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα