Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΓΡΟΙ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
αγροί
noun
αγροί
—
Πληθυντικός του «αγρός»: χωράφια, καλλιεργήσιμες εκτάσεις γης.
Βικιλεξικό →
Λεξικό
aˈɣɾi
noun
nominative, plural, vocative
ονομαστική και κλητική πληθυντικού του αγρός
Τύποι
αγροί
(masculine)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#1032 · 16 Απριλίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις