aˈɣɾos
Ετυμολογίααγρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγρός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂éǵros.
- έκταση γης που καλλιεργείται
“≈ συνώνυμα: χωράφι”
“< υπώνυμα: αμπελώνας, ελαιώνας, ορυζώνας”
- pluralαγροί: περιοχή όπου βρίσκονται χωράφια
“※ Διονύσιος Σολωμός, Ὕμνος εἰς τὴν Ελευθερίαν, στροφή 51.” — Τόσα πέφτουνε τὰ θερι-
σμένα ἀστάχια εἰς τοὺς ἀγρούς·
σχεδὸν ὅλα ἐκειὰ τὰ μέρη
ἐσκεπάζοντο ἀπ' αὐτούς.
Τύποιαγρός(singular, nominative) · αγροί(nominative, plural) · αγρού(genitive, singular) · αγρών(genitive, plural) · αγρό(accusative, singular) · αγρούς(accusative, plural) · αγρέ(singular, vocative) · αγροί(vocative, plural) · αγρός(masculine) · Αγρός(singular, nominative) · Αγροί(nominative, plural) · Αγρού(genitive, singular) · Αγρών(genitive, plural) · Αγρό(accusative, singular) · Αγρούς(accusative, plural) · Αγρέ(singular, vocative) · Αγροί(vocative, plural) · Αγρός(masculine) · Agros(transliteration, Latin)