WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

αγυιά

noun

αγυιάΣτενό δρομάκι ή μικρός δρόμος μέσα σε οικισμό.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #734 · 23 Ιουνίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα