aɣoˈʝi
Ετυμολογίααγωγή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγωγή < ἄγω
- διαδικασία απόκτησης τρόπων συμπεριφοράς, μετάδοσης αξιών, ιδανικών κ.λπ., που έχει ως στόχο τη διαμόρφωση του χαρακτήρα
- figurativelyεκπαίδευση
“σχολικό μάθημα ολυμπιακής αγωγής”
“προσχολική αγωγή, μουσική αγωγή, σωματική αγωγή”
- συστηματική μέθοδος, σύνολο από κανόνες, ενέργειες και δραστηριότητες (που ακολουθούν μια διάγνωση ή κάποια ιατρική πράξη) για τη θεραπεία ασθένειας, πάθησης, την αποκατάσταση ή τη διατήρηση της υγείας κάποιου
“Θα χρειαστεί μια συντηρητική φαρμακευτική αγωγή που μαζί με ελαφριά άσκηση και ειδική δίαιτα θα λύσει το πρόβλημα.”
- το τέμπο (ιταλικά tempo), η ταχύτητα στην εκτέλεση ενός μουσικού έργου, πόσο αργά ή γρήγορα πρέπει να το ερμηνεύσουμε
“H ρυθμική αγωγή ενός μουσικού έργου ορίζεται συνήθως με ιταλικούς όρους, όπως allegro, andante.”
“Ο ρυθμός 3/4 (τρία τέταρτα) του βαλς μπορεί να έχει γρήγορη ρυθμική αγωγή ή πιο αργή και μεγαλόπρεπη.”
- έγγραφο δικαστικής παρέμβασης για την επίλυση πολιτικού αδικήματος και ταυτόχρονα έννομης αξιώσεως
- η διαδικαστική πράξη με την οποία αρχίζει η προδικασία της δίκης μέχρι και την έκδοση ευνοϊκής απόφασης
“Η αγωγή ταυτίζεται και με την αξίωση προστασίας νομίμου δικαιώματος, διακρινόμενη έτσι α) σε προσωπική αγωγή και β) σε πραγματική ή απρόσωπη.”
- ένδικο μέσο για την απαίτηση χρηματικής ικανοποίησης
- figurativelyη διαδικασία κατάθεσης της αγωγής
- το φαινόμενο της μετάδοσης θερμότητας μέσα σε ένα σώμα όπως σε μία μεταλλική ράβδο
“→ χρειάζεται παράδειγμα”
Τύποιαγωγή(singular, nominative) · αγωγές(nominative, plural) · αγωγής(genitive, singular) · αγωγών(genitive, plural) · αγωγή(accusative, singular) · αγωγές(accusative, plural) · αγωγή(singular, vocative) · αγωγές(vocative, plural) · αγωγή(feminine)