WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

αθώας

adjective

αθώαςΑιτιατική πληθυντικού του «αθώος»: που δεν έχει ενοχή ή ευθύνη για κάτι.

Daily Puzzle #449 · 11 Σεπτεμβρίου 2022
Κανένα σχόλιο ακόμα