A WORD EXAMINED

αιώρα

a portrait in meaning space

αιώραπανί ή δίχτυ που χρησιμεύει ως αιωρούμενο κρεβάτι, καθώς δένεται σε δύο σταθερά σημεία έτσι ώστε να μπορεί να κουνιέται ανάμεσα σ' αυτά

Βικιλεξικό →
Κανένα σχόλιο ακόμα