eˈo.ɾa
Ετυμολογίααιώρα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αἰώρα
- πανί ή δίχτυ που χρησιμεύει ως αιωρούμενο κρεβάτι, καθώς δένεται σε δύο σταθερά σημεία έτσι ώστε να μπορεί να κουνιέται ανάμεσα σ' αυτά
Τύποιαιώρα(singular, nominative) · αιώρες(nominative, plural) · αιώρας(genitive, singular) · αιωρών(genitive, plural) · αιώρα(accusative, singular) · αιώρες(accusative, plural) · αιώρα(singular, vocative) · αιώρες(vocative, plural) · αιώρα(feminine) · Αιώρα(feminine)