WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ακμής

noun

ακμήςΣτην ακμή της ζωής ή της δύναμής του· στο αποκορύφωμα/κορύφωση.

Βικιλεξικό →
Daily Puzzle #973 · 17 Φεβρουαρίου 2024
Κανένα σχόλιο ακόμα