Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΚΟΕΣ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
ακοές
noun
ακοές
—
Πληθυντικός της «ακοή»: η ικανότητα να ακούει κανείς, η αίσθηση της ακοής.
Λεξικό
/a.koˈes/
noun
accusative, feminine, form-of, nominative, plural
nominative/accusative/vocative plural of ακοή (akoḯ)
“Older forms of nominative: αἱ ἀκοαί, accusative: τὰς ἀκοάς, vocative: (ὦ) ἀκοαί!”
Τύποι
akoés
(romanization)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#480 · 12 Οκτωβρίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις