WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

ακτής

ουσιαστικό

ακτήςΓενική του «ακτή»: η παραλία, η λωρίδα γης δίπλα στη θάλασσα.

Wiktionary →
Daily Puzzle #1674 · 18 Ιανουαρίου 2026
·Archive
No comments yet