Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΛΏΝΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
αλώνω
5 letters
·
Ελληνικά
αλώνω
—
κυριεύω, καταλαμβάνω, κατακτώ
Λεξικό
Ετυμολογία
αλώνω < άλωση + -ώνω (αναδρομικός σχηματισμός)
verb
rare
κυριεύω, καταλαμβάνω, κατακτώ
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#518 · 19 Νοεμβρίου 2022
Previous word
#517 · σοβεί
Next word
#519 · σκέψη
Share
·
Αρχείο
·
See today's Wordle answer
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις