Ετυμολογίααμάξι < αρχαία ελληνική ἁμάξιον < ἅμαξα
- όχημα με τέσσερις τροχούς που το τραβάει ένα ή περισσότερα ζώα, συνήθως άλογα, άμαξα
- το αυτοκίνητο
“※ Αγοράζει κι αυτός ένα ωραίο αμάξι που έστραφτε, μια φορεσιά βασιλική, ντύνεται όμορφα όμορφα και κατεβαίνει στο βασιλιά. (Μανόλης Γ. Βαρβούνης, Αφήγηση και αφηγητές στα ελληνικά παραμύθια: η περίπτω”
Τύποιαμάξι(singular, nominative) · αμάξια(nominative, plural) · αμαξιού(genitive, singular) · αμαξιών(genitive, plural) · αμάξι(accusative, singular) · αμάξια(accusative, plural) · αμάξι(singular, vocative) · αμάξια(vocative, plural) · αμάξι(neuter)