WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ

αμαθή

adjective

αμαθήΠου είναι αμόρφωτη ή δεν έχει γνώσεις· αγράμματη.

Daily Puzzle #611 · 20 Φεβρουαρίου 2023
Κανένα σχόλιο ακόμα