Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΜΙΓΗ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
αμιγή
αμιγή
—
αιτιατική ενικού του αμιγής
Βικιλεξικό →
Λεξικό
adj
accusative, singular
αιτιατική ενικού του αμιγής
singular, vocative
κλητική ενικού του αμιγής
accusative, nominative, plural, vocative
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του αμιγές
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#205 · 10 Ιανουαρίου 2022
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις