Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΜΟΛΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
αμολώ
verb
αμολώ
—
Αφήνω κάτι να φύγει ή να τρέξει ελεύθερα· ξεσκάω/αμολάω.
Βικιλεξικό →
Εμφανίστηκε σε
Daily Puzzle
#964 · 8 Φεβρουαρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις