Originαπάγω < αρχαία ελληνική ἀπάγω < ἀπό + ἄγω
- με τη χρήση βίας αναγκάζω κάποιον να έρθει μαζί μου σε άλλο τόπο στον οποίο τον κρατάω χωρίς τη θέλησή του, συνήθως για να απαιτήσω χρήματα από άλλους για την απελευθέρωσή του
“...με αποτέλεσμα να τον απαγάγουν για να ζητήσουν λύτρα”
“τον είχαν απαγάγει πέρσι τέτοια εποχή και τώρα τον απήγαγαν για δεύτερη φορά!”
- απομακρύνω
“η νέα ψύκτρα απάγει τη θερμότητα ικανοποιητικά”