aˈpa.ti
Ετυμολογίααπάτη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀπάτη
- παραπλανητική πράξη με σκοπό την δυσανάλογη ωφέλεια
- ποινικό αδίκημα κατά το οποίο κάποιος αποσπά ξένη περιουσία για να ωφεληθεί ο ίδιος ή τρίτοι
- figurativelyψέμα, πλάνη
- figurativelyαυτός που κάνει απάτες, ο απατεώνας
“μεγάλη απάτη αυτός που μας έφερες τις προάλλες”
Τύποιαπάτη(singular, nominative) · απάτες(nominative, plural) · απάτης(genitive, singular) · απατών(genitive, plural) · απάτη(accusative, singular) · απάτες(accusative, plural) · απάτη(singular, vocative) · απάτες(vocative, plural) · απάτη(feminine) · Απάτη(feminine)