Wordle
.
Global
Wordle Ελληνικά
/
Αρχείο
/
ΑΠΕΞΩ
WORDLE ΕΛΛΗΝΙΚΆ
απέξω
απέξω
—
έξω (από κάπου)
Βικιλεξικό →
Λεξικό
Ετυμολογία
απέξω < → λείπει η ετυμολογία
adv
έξω (από κάπου)
με αποστήθιση, χωρίς να κοιτάζω κάποιο γραπτό
noun
που δεν είναι φίλιοι, συγγενείς, της παρέας, γνωστοί κλπ.
adj
ξενόφερτος
Τύποι
απέξω
(invariable)
Πηγή: Βικιλεξικό
Εμφανίστηκε σε
Sedecordle
Πλέγμα 15
#63 · 12 Ιουνίου 2026
Duotrigordle
Πλέγμα 8
#18 · 28 Απριλίου 2026
Daily Puzzle
#967 · 11 Φεβρουαρίου 2024
Share
·
Αρχείο
Συζήτηση
Κανένα σχόλιο ακόμα
Συνδέσου για να σχολιάσεις